Μια θάλασσα απο αστερια ενας ωκεανος απο νυχτα και ενας φαρος σε μια γαληνια θαλασσα.Τι αισθηματα ξυπνουν αυτες οι εικονες τι…Ποσοι κοσμοι να ειναι κρυμμενοι ποσα πλασματα να βλεπουν τον ιδιο ουρανο και να αναρωτιονται ακριβως το ιδιο.Και μετα ειναι και η αγαπη, η αγαπη που, δεν γνωριζει μορφες σχηματα και νομους, η αγαπη που ενωνει, εμψυχωνει και καθοδηγει μεσα απο το σκοταδι στο φως,μεσα απο την απελπισια στην ελπιδα, μεσα απο την μοναξια στην συντροφικοτητα.

Οταν κοιταμε αυτα τα αστερια σχεδον παντα μια μελαγχολια μας κυριευει ,μια ανατριχιλα μπροστα στο αγνωστο,και ολα αυτα τα προκαλει η αισθηση της μοναξιας που υπαρχει στο διαστημα αναμεσα στα εκατομμυρια αυτα αστερια, στο κενο μεταξυ τους, το τεραστιο, κρυο κενο που μοιαζει πολυ με το κενο που νοιωθουμε αρκετα συχνα και μεσα στην ψυχη μας.Αλλα οπως ολη μας την ζωη ψαχνουμε να βρουμε το νοημα στο κενο της ψυχης μας νοιωθωντας τις αορατες κλωστες που ενωνουν τα παντα μεσα μας και μας φωναζουν την υπαρξη του θεου και του σκοπου του, ετσι και το τεραστιο κενο στο συμπαν του κοσμου μονο τυχαιο δεν ειναι αλλα περιβαλλεται απο εναν αιωνιο, αεναο και διαρκη σκοπο.Αυτον το σκοπο τον ψαχνουν ποιητες,τραγουδοποιοι επιστημονες, απλοι ανθρωποι και λιγοτερο απλοι ανθρωποι, θρησκειες και μοναρχιες.αυτον τον σκοπο,οπως ολοι, ετσι τον εψαχνε και…

…η Νημερια, καθως κατεβανε το αποτομο ποταμι προσπαθωντας να μην παταει στις γλυστερες επιπεδες πετρες που πολλες φορες ηταν στην οχθη του.Μετρουσε τα βηματα της, βηματα πολλα και κουρασμενα αλλα ποτέ μπερδεμενα αβεβαια η διστακτικα.Ηταν μια περιπετεια που, ειχε αποφασισει η ιδια να ζησει αφηνοντας την μεχρι πριν λιγες μερες ζωη της στην πολη οπου ζουσε και που ειχε αντιπαθησει βαθια.Δεν ειχε περασει πολυς καιρος, απο τοτε που ειχε φυγει απο τους γονεις της για να ζησει μονη της σε ενα μικρο σπιτι,οταν καταλαβε οτι τιποτα δεν την γεμιζε,οι φιλοι της και το ενδιαφερον τους για εκεινη της εμοιαζε ψευτικο και προσποιητο.

Δεν ειχε παρει πολλα πραγματα μαζι της δεν ηθελε να την βαραινει οτιδηποτε ανηκε στο παρελθον της ακομα και αν αυτο ηταν ενα δεματακι με λιγο νερο και μερικα τροφιμα αλλα αναγκαστηκε να σιυμβιβαστει με αυτην την παραχωρηση γιατι δεν ηξερε αν το μερος που θα πηγαινε της προσφερε, αρχικα τουλαχιστον τα απαραιτητα για να ζησει, κατι που τελικα ανακαλυψε οτι δεν ηταν και πολλα πραγματα.

Λιγο νερο, μερικα φρουτα και ενας αναπτηρας για να τη ζεσταινει μια μικρη φωτια την νυχτα.Ααα την νυχτα.ΚΑΘΕ νυχτα απο τοτε που ειχε απομακρυνθει απο τα φωτα του πολιτισμου ηταν, μαγικη για εκεινη.Οταν ξαπλωνε και το δροσερο αερακι γαργαλουσε το καθε κυτταρο του σωματος της,κοιταζε ψηλα και αυτο που εβλεπε της εκοβε την ανασα καθε φορα που το κοιτουσε.Αστερια, τοσα αστερια μεσα σε μια αχανη θαλασσα απο σκοτεινο ουρανο κρεμονταν και τρεμοσβηναν απεναντι της.Και παρολο που ηξερε οτι αυτο το «απεναντι» ηταν τοσο μακρινο, εκεινη ηταν σιγουρη πως αν σηκωνε τα μικροσκοπικα χερια της ψηλα στον ουρανο,η θερμοτητα απο τα ασημαντα αυτα σημαδακια που στολιζαν την νυχτα, θα την ζεσταινε.

Η μεγαλη αρκτος και η κασσιοπη, η μικρη αρκτος λιγο πιο δεξια και ο ωριωνας.Ηταν τοσοι οι αστερισμοι τον χειμωνα και φαινονταν τοσο καθαρα απο εκεινο το σημειο.Και , καθε τοσο, η Νημερια επεφτε σε βαθυ υπνο και ονειρευοταν οτι ηταν εκει ψηλα και μπορουσε να καθορισει το σχημα το μεγεθος και την ενταση των αστεριων και κανεις δεν μπορουσε να την πειραξει απο εκει ψηλα που ηταν.Ηταν ενα δωρο που το επαιρνε με ευγνωμοσυνη, απο το συμπαν, τον θεο,η οποιον αλλον της το προσφερε.Και καθε πρωι που ξυπνουσε διαπιστωνε πως κατι αλλαζε γυρω της.

Καποιο απογευμα οπως συνεχιζε το ταξιδι μονη της αλλα ευτυχισμενη, συναντησε εναν ξενο.Ηταν πολυ περιεργος ξενος.
(συνεχιζεται)

Advertisements