Μια ζωή έψαχνε. Την ζωή όμως δεν την βρήκε παντού. Ίσως ήταν εκεί που οι άνθρωποι πετούν ότι δεν τους αρέσει, εκεί που καταλήγουν τα άχρηστα, αυτά που νομίζουν πως δεν φτιάχνονται, κάτι που δεν σώνεται. 

Κομμάτι κομμάτι,

σπιθαμή προς σπιθαμή,

γουλιά γουλιά,

ότι είναι λησμονημένο αναδύεται μπροστά στα μάτια, εκείνα τα άμαθα ματιά που δεν γνωρίζουν την αξία αλλά που τελικά θα την μάθουν. 

Μικρό και αδύνατο,

ισχνό και άρρωστο,

παρατημένο και ξεχασμένο,

ότι κρύβεται σε χέρια ζεστά, που νοιάζονται, που βλέπουν εκείνο που θα μπορούσε να είναι, αυτό που ίσως γίνει, μπορούν να κάνουν το θαύμα. 

Πριν την τελευταία ανασα,

αν προστατευτεί,

αν πάρει την δύναμη μιας άλλης δύναμης, την ζωή της και ενισχυθεί,

όπως ο γονιός φυσάει τρυφερά το μικρό καραβάκι που μια αγνή ψυχή τοποθέτησε με τα μικρά χεράκια της πάνω στο νερό, εκείνο θα ταξιδέψει. Και ποιος γνωρίζει τα μέρη που θα συναντήσει σε αυτό το ταξίδι;

Τελικά βρήκε την ζωή εκεί που δεν θα περίμενε πότε ότι θα βρει.

Στα σκουπίδια.

Σε συντρίμμια

Σε ερείπια.

Και το ταξίδι, ξεκίνησε.