Την τελευταία μου πνοή.Την τελευταία μου λέξη.Την τελευταία αγκαλιά μου.Την τελευταία μου ματιά.Κάπου που να αξίζει;Ρωτάω;Ειναι δυνατόν.Στην ζωή έχουμε πολλούς εχθρούς.Ο μεγαλύτερος όμως ,ειναι ο ίδιος μας ο εαυτός.Εκείνον πρέπει να ξεπεράσουμε εκείνον πρέπει να νικήσουμε.Στην αρχαία Σπάρτη,είχαν ένα μόνο άγαλμα στο κεντρικότερο σημείο της γης τους.Ηταν ένα πελώριο δεσποτικό άγαλμα με έναν μυώδη γιγαντόσωμο έφηβο με πλήρη εξάρτηση και έκανε τόσο εντύπωση στους ξένους που επισκέπτονταν την πόλη.Κάθε μέρα ένας πατέρας πήγαινε το παιδί του εκει,του έδειχνε το μεγαλοπρεπές αυτο δημιούργημα που προκαλούσε δέος και πάντα ολοκλήρωνε εκείνα που είχε να του διδάξει με τον ίδιο επίλογο.Του έδειχνε την μεγάλη μορφή πάνω απο το κεφάλι του και του υπενθύμιζε πως ο μεγαλύτερος αντίπαλος που θα έπρεπε να κερδίσει στην ζωή του,ωστε να πετύχει ότι εκείνο ήθελε μέσα στην καρδιά του,ο μοναδικός αντίπαλος που θα μπορούσε να του κάνει αληθινά κακό και να επιτρέψει σε όλους τους δαίμονες να τραφούν απο την καρδιά του και να εκμεταλευτουν τα λάθη του ήταν εκείνος ο δυνατός,μεγαλοσωμος άντρας που στεκόταν τόσο αυθάδη και προκλητικά μπροστά του.

Η αρχαία Σπάρτη χάθηκε,κάηκε στις φλόγες εκείνων των παράξενων,μακρινών χρόνων.Η γεύση των σπαρτών της,οι μυρωδιές απο τα φρεσκοψημένα ψωμιά των φούρνων της,οι φωνές απο τα παιδιά που έπαιζαν κάτω απο τον ήλιο,οι διδαχές των μεγαλύτερων,οι ιστορίες τους και φυσικά εκείνο το μεγάλο άγαλμα χάθηκαν όλα στις αβαθή νερά του παγωμένου χρόνου.Έμεινε όμως μέσα στις καρδιές μας και μας εξουσιάζει μέχρι και σήμερα.Γιατί ο φόβος δεν χρειάζεται αγάλματα,ιστορίες ή αλλα μέσα για να επιβιώσει.Ξεκινάει σαν μια απλή ιδέα που με τον καιρό γιγαντώνεται.Και μας κοιτάει με αυτο το υποτιμητικό,ψυχρό βλέμα όπως κοίταζε κάποτε τους περαστικούς σε ενα παλίο χωριό,αιώνες πριν.

Ο φόβος μας στερεί τις καλύτερες στιγμές μας,τις μεγαλύτερες χαρές μας.Μας απομονωνει και μας κάνει αδύναμους.Ο φόβος όμως δεν είναι παρά μια ιδέα.Μια ιδεά σαν κερί που μπορεί να σβήσει με μια μας μόνο ανάσα.Και ελπίζω,όχι την τελευταία.