28419cc9ca807548317c09e8a16394d3Περασμένες μέρες δόξας που δεν υπάρχουν πια.Κάποτε εμείς κυβερνούσαμε τον κόσμο,σφυρηλατούσαμε τους δεσμούς που τον κρατούσαν όρθιο.Μας σέβονταν και μας φοβούνταν.Τα μέρη που χύναμε το αίμα μας ήταν μέρη ιερά, ιστορίες θάρρους και αυταπάρνησης ήταν το κληροδότημα μας,η παρακαταθήκη μας στα παιδιά του κόσμου που μεγάλωναν.Η τιμή ,η δικαιοσύνη,η προστασία του αδύνατου απέναντι στην αδικία που γεννούσε η δύναμη ήταν οι σελίδες του ιερού μας βιβλίου, εκείνου που μιλούσε για ανθρωπιά, για εμπιστοσύνη, για καλοσύνη και ελπίδα.Μας χτυπούσαν αλλά δεν λυγίζαμε,μας σκότωναν αλλά δεν φοβόμασταν,μας κυνηγούσαν αλλά είμασταν εκεί που έπρεπε,πάντα στο πλευρό εκείνου που χρειαζόταν το ατσάλι μας και την φωτιά της καρδιάς μας.

Και έπειτα ήρθαν τα σκοτεινά χρόνια.Τα χρόνια της μηχανής και της προόδου, της παραφροσύνης του ανθρώπινου μυαλού.Υπόταξαν το σίδερο και το ατσάλι,το φως και τον κεραυνό,τον άνεμο και το νερό.

Και τα έστρεψαν εναντίον μας.

Η δύναμη και οι ικανότητες δεν έφταναν πια για έναν πολεμιστή να επιβιώσει και να κάνει αυτό που έπρεπε.Ήταν η ώρα των δειλών όπου με ένα κομμάτι μέταλλο μπορούσαν να διαπεράσουν και την πιο δυνατή καρδιά,να διαλύσουν μυς από ατσάλι καταστρέφοντας τους με σφαίρες και βόμβες.Να ρημάξουν τάγματα μας που οι ιστορίες τους ταξίδευαν από στόμα σε στόμα εδώ και ατέλειωτους αιώνες.Η τιμή και το καθήκον γινόταν ένα με κουβάρια από σπασμένα κόκαλα και κουρελιασμένη σάρκα.Το αίμα μας που κυλούσε μέσα σε περήφανες,γεμάτες από αγάπη και γενναιότητα καρδιές,τώρα πότιζε το κρύο χώμα που σιγά σιγά μας σκέπαζε μέχρι να χαθούμε για πάντα.

Αλλά και τότε δεν το βάλαμε κάτω.Δεν τα παρατήσαμε, δεν υποχωρήσαμε, δεν επιτρέψαμε στον φόβο να λυγίσει τις καρδιές και το μυαλό μας.

Επειδή έτσι είχαμε μάθει, επειδή αυτό λέγαμε στις γυναίκες και στα παιδιά μας ,λίγο πριν ξεψυχήσουν στα κουρασμένα από την μάχη χέρια μας.Και ορκιζόμασταν εκδίκηση.Και ψιθυρίζαμε λίγο πριν την τελευταία τους ανάσα να κάνουν υπομονή, γιατί σε λίγο θα πηγαίναμε και εμείς εκεί,μαζί τους, σε μια αιώνια άνοιξη όπου κανείς δεν θα μας χώριζε ποτέ ξανά.Κανείς.Και σηκωνόμασταν όρθιοι με δυσκολία,λες και κουβαλούσαμε όλο το βάρος του κόσμου στους ώμους μας.Αλλά σηκωνόμασταν.Ακολουθούσαμε μια ελπίδα τόσο ψεύτικη και προσωρινή όσο και τα στάχυα που θερίζονταν τις μεγάλες μέρες.

Μας νίκησαν με τα μεγάλα σιδερένια πουλιά και τα θηριώδη τέρατα που αλώνιζαν τις νεκρές ψυχές μας.Μας έσπασαν σαν κλαράκια, εμάς, που κάποτε είμασταν τόσο δυνατοί.Οι πόλεμοι έγιναν πόλεμος και οι μάχες έγιναν μία.Και βρεθήκαμε να παλεύουμε για την ζωή μας.Για τον τρόπο ζωής μας.Στους Βάρραγους ήταν τα τελευταία μου αδέλφια.Είμασταν οι επίλεκτοι.Είμασταν οι έσχατοι.Τον παγωμένο χειμώνα του 1204.Με σπαθιά και τόξα εμείς,με μπαρούτι και κανονάδες εκείνοι που έφερναν μαζί τους τον μεγάλο σταυρό στο όνομα του οποίου κατέσφαξαν χιλιάδες αθώους, μαζί με την γυναίκα και τις κόρες μου.Δεν πρόλαβα να το δω,ευτυχώς, γιατί η κρύα σφαίρα διαπέρασε την καρδιά μου λίγες ώρες πριν.Την πραγματική καρδιά μου.Η άλλη εξακολουθούσε να χτυπά για κάμποσο ακόμα γιατί το τραύμα με βασάνισε πολύ.Ξαπλωμένος κατάχαμα πάνω στα ζεστά ακόμα σώματα των αδελφών μου,προσπαθούσα με το χέρι μου να φτάσω το χώμα αλλά ήταν πολύ πιο κάτω,πολύ πιο μακριά.Ήθελα ένα τελευταίο αντίο με την γη που προστάτεψα εγώ και τα αδέλφια μου αιώνες τώρα.

Τα μάτια μου δεν μπορούν να κρατηθούν ανοιχτά.Έχουν δει τόσα πολλά και θα κλείσουν πριν το σκοτάδι καταπιεί όλο τον κόσμο.Γιατί σκοτεινές μέρες έρχονται και δεν θα υπάρχει ούτε ένας ιππότης για να τον σώσει.

Είμασταν πολλοί και από εδώ και πέρα κανένας.

Προστατεύαμε τους αδύνατους που τώρα θα γίνονται παιχνίδια στα σχέδια των δυνατών.

Αδικία και φόβος δεν υπήρχε γιατί κάποιος έκανε κάτι που πλέον δεν θα γίνεται.

Πριν το σκοτάδι του κόσμου, θα πάω να ανταμώσω το δικό μου.Και ελπίζω να μην είμαι μόνος.Ελπίζω να με περιμένουν.

Advertisements