Οι ομοκεντροι κύκλοι απο ενα βότσαλο που πετάει κάποιος μέσα σε μια λίμνη είναι μια πράξη δράσης και αντίδρασης.Όπως οι θαλλασιοι αμμολοφοι εξασθενούν όσο η απόσταση μεγαλώνει έτσι συμβαίνει και για κάποια σημαντικά γεγονότα στην ζωή μας.Για κάποια άλλα πάλι, όχι.Κάποια αλλα μας σημαδεύουν τόσο ανεξίτηλα όσο και ένας βράχος που άντεξε τις γεωλογικές αλλαγές χιλιάδων ετών.

Ήταν εποχές δεισιδαιμονιών και ακρατου φανατισμού.Οποιοδήποτε γεγονός δεν μπορούσε να το εξηγησει η λογική προκαλούσε οργή πάντα με τα χειρότερα αποτελέσματα.Έτσι την μετέφερε δυτικά του Λιντνει και βόρεια σε ένα δάσος αειθαλων δέντρων στους πρόποδες ενός μεγάλου βράχου.Εκεί σε μια φυσική κοιλότητα που σχημάτιζε ένα καταφύγιο έδωσε η κοπελιά την μάχη για την ζωή της.Επί δύο μερόνυχτα οι νέο αποκτηθεισες ικανότητες του σώματος της προσπαθούσαν να αποβαλουν την αρρώστια από μέσα της.Επί δύο μέρες ο ίδιος εξαντλημένος και δηλητηριασμενος από το άρρωστο αίμα που είχε καταναλώσει ,κοιτωταν δίπλα της σβαδαζοντας από τους πόνους καθώς η αιώνια αρρώστια του πολεμούσε με την νέα.Ο νικητής αυτής της μάχης ήταν προδιαγεγραμενος αλλά με μεγάλο κόστος.Η αέναη εγρήγορση όπως ονόμαζαν κάποιες φορές οι άγρυπνοι σύντροφοι του την κατάσταση τους, δεν έχανε ποτέ,με οποιαδηποτε γνωστή η άγνωστη επιδημία ,ιό η βακτήρια και αν συνάντησε από τις αρχές των χρόνων έως σήμερα.Έτρωγε το σώμα που την φιλοξενουσε μεχρι να βρει την αχίλλειο πτέρνα του αντιπάλου της, και την έβρισκε πάντα.Το απομυζουσε σε τέτοιο βαθμό που η ανάρρωση μετά μπορεί να διαρκούσε χρόνια κλεισμένα στο απόλυτο σκοτάδι με ότι τροφή μπορούσε να βρει ο βρικολακας,ότι ζωή φιλοξενουσε  το μέρος στο οποιο είχε βρει καταφύγιο.

Κατά την διάρκεια της μάχης του ξυπνούσε και επεφτε σε κώμα πολλές φορές .Μερικές φορές ένοιωθε ένα χέρι να κρατάει το δικό του,όπου όταν το έσφιγγε ένοιωθε ανταπόκριση ,όχι πάντα όμως.Και εκεί μέσα στην σιωπή πέρασαν οι μέρες .Όταν άρχισε να συνέρχεται διαπίστωσε πως η Ιβετ είχε καταφέρει να μείνει ζωντανή.Και οχι μόνο αυτό αλλά με κάποιον τρόπο είχε καταφέρει να φέρει νερό σε κούφιες φλούδες από κορμό δέντρων.Τον είχε γλυτώσει από χειρότερη αφυδάτωση κάποια που μέχρι πριν λίγα εικοσιτετράωρα είχε φτάσει στον θάνατο.Περίμενε λοιπόν να ανοίξει και εκείνη τα μάτια της.Και ήταν τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ του.

Της εξήγησε ποιός ηταν ,και ποια ήταν εκείνη τώρα.Του ζήτησε να την πάει στην θάλασσα και μετά στο παλιό ναυπηγείο που είχε ερημωθει κάποια χρόνια πριν ενώ τώρα ήταν τόπος παιχνιδιού για τα παιδιά του χωριού .Και όσο παρακολουθούσε τα μικρά που έπαιζαν τον ρωτούσε για τα πάντα όπου είχε δει στα πολλά χρόνια της ζωής του.Είδε μέσα από τα μάτια του εκατοντάδες τόπους και μέρη που δεν θα πήγαινε ποτέ ούτε θα γνώρισε καν την υπαρξη τους.Και εκείνος έλεγε,μιλούσε για τόσα πράγματα για τόσες ιστορίες και εμπειρίες που δεν είχε εκμυστηρευτει ποτέ του ξανά.Δεν είχε ξαναέρθει ποτέ τοσο κοντά σε κάποιον άλλο ,κάνεις δεν είχε ενδιαφερθεί για τις σκέψεις τα συναισθήματα του όσο εκείνη.Ένοιωσε να δένεται με έναν άνθρωπο που όσο κυλούσε η μέρα γινόταν όλο και λιγότερο άνθρωπος και περισσότερο σαν και αυτόν.Η αλλαγή κρατουσε ακόμα και μέρες,μέχρι η ανάγκη για να τραφεί γινόταν επιτακτική οπότε και ολοκληρωνόταν η μεταμόρφωση.Η ανάγκη όμως σε ένα ρημαγμένο από την πανωλη σώμα ήρθε πολύ πιο γρήγορα,στο τέλος σχεδόν της μέρας.

Ηταν πολυ γρηγορα ,πολυ απανθρωπα, ακομα και για εκεινον.Το να φτασεις στο επιπεδο που ηταν ηθελε δεκαετιες εκπαιδευσης.Δεν μπορουσε να μεινει για πολυ καιρο σε ενα μερος και η πραξη του αυτη θα τον εφερνε σε δυσκολες επιλογες.Καθως το πλασμα που ειχε αγαπησει αλλαζε οσο ο ηλιος χανοταν, πηραν και οι δυο μια πολυ δυσκολη αποφαση.Μια αποφαση που θα τον αλλαζε για παντα.Ανεβηκαν πανω στον βραχο οπου για δυο μερες πεθαιναν και γυριζαν παλι στην ζωη και αγκαλια ειδαν το τελευταιο ηλιοβασιλεμα.»θα με ξεχασεις;» τον ρωτησε σιγανα.»Ποτε.Θα μισω την καταρα μου και οσα θα με κρατησουν μακρια απο εσενα.»Γυρισε και τον φιλησε τρυφερα.»Μην μισεις.Αγαπησε τον εαυτο σου.»Καθως της επιασε τρυφερα τον λαιμο τον γυρισε σαν ενα κλαρι που εσπασε.Ειχε τελειωσει με αυτο το μερος.Με την ζωη του μεχρι τοτε.Ποτε δεν θα την αφηνε να ζησει μια ζωη στο σκοταδι και την γνωση της ματαιοτητας,ουτε με το μαρτυριο της αιωνιας πεινας.Αφου εκανε τα απαραιτητα και την εθαψε λιγα μετρα πιο κατω αναμεσα σε αιωνοβια δεντρα γυρισε στην μητερα της και της εδωσε οτι ειχε απομεινει απο την κορη της.Της ειπε πως ηταν επιλογη της να μην την δει στις τελευταιες τις στιγμες αλλα να την θυμαται ομορφη και δυνατη,οπως ηταν.Ηταν επιθυμια της επισης να ζησουν καλα εκεινη και η μικρη της αδελφη και να την θυμουνται παντα.Εκεινη, θα τους προστατευε,και μαζι με το δαχτυλιδι και το μαντηλι της,αφησε οσο χρυσο ειχε μαζεψει ολα αυτα τα χρονια.Το εδωσε ολο,ακομα και αν με τοσο πολυ εφτανε να ζησουν ανετα οχι μονο η μητερα της και η αδελφη της αλλα και τα παιδια των παιδιων της.Ζητησε μονο,το πρωτο παιδι που θα εκανε το μικρο ακομα κοριτσακι να επαιρνε το ονομα της αδελφης της.

Δεν τους ειπε που την εθαψε.Απο εδω και περα θα ηταν δικη του ευθυνη οπως και πολλα αλλα.

Advertisements