Είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια.Είχε επιθυμήσει,αποκτήσει και τελικά χάσει οτι βρήκε πολύτιμο στην ζωή του.Όπως το 1349 σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της νοτιοδυτικής Αγγλίας, στο Λιντνεϊ.Είχε ζήσει ήδη πολλά χρόνια και είχε αποκτήσει την φήμη του αποστάτη ενώ η πίεση στην οικογένεια του να τον αποκληρώσει ήταν έντονη.Γύριζε απο εδω και απο εκεί προσπαθώντας να χωνέψει την προδιαγεγραμμένη μοίρα του χωρίς να πολυκαταλαβαίνει το νόημα των βαμπιρικών νόμων και που αποσκοπούσαν.Δεν μπορούσε να δεί τους ανθρώπους σαν κρέατα προς κατανάλωση παρόλο που είχε καταλάβει απο νωρίς πως οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν φέρονταν καλύτερα στο ίδιο τους το είδος.Ένα βράδυ που γύριζε απο ένα καπηλειό μέσα στο σκοτάδι την ζέστη και την υγρασία την άκουσε να κλαίει πάνω απο ένα πηγάδι απελπισμένη και μόνη.Δεν θυμόταν τι ήταν αυτο που τον έκανε να σταματήσει πίσω απο ένα ντουβάρι και να ακούσει.Τότε,τα τοπικά γλέντια ήταν πολύ συχνό φαινόμενο,απο τις λίγες ευκαιρίες διασκέδασης στην μεσαιωνική Αγγλία ειδικά για τις γυναίκες.Υπήρχε ένας χορός,θυμόταν,όπου κλείνοντας τα χέρια ο ένας του άλλου ,σχημάτιζαν δυάδες οι οποίες έσπαγαν και ενώνονταν με άλλες δυάδες σε ένα ξέφρενο ρυθμό και δεν σταματούσαν μέχρι οι χορευτές να έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο απο την ζαλάδα ή την κούραση.

Τέλος πάντων,εκείνο που ίσως να του είχε κάνει εντύπωση ήταν τα καλά της ρούχα,ένδειξη ότι είχε φύγει απο ένα τέτοιο γλέντι που γινόταν συνήθως υπαίθρια, στην μεγάλη πλατεία,έξω απο την εκκλησία του χωριού.Ήταν προφανώς σε κακή κατάσταση αφού ανάμεσα στα αναφιλητά της έβηχε και έβγαζε αίμα.Το φόρεμα της είχε λερωθεί απο λάσπες.Για μια στιγμή σκέφτηκε να παρέμβει αλλά δεν είχε μάθει ακόμα να συγκρατείται στην θέα του αίματος αφενός, αφετέρου το θεώρησε μια πολύ προσωπική στιγμή αδυναμίας και όπως σε όλες εκείνες τις στιγμές πολλοί ήθελαν να τις περνάνε μόνοι τους.Την ακολούθησε όμως ,απαρατήρητος μέχρι το κατώφλι του σπιτιού της όπου την υποδέχθηκε η μητέρα της.

Τα πράγματα αποδείχθηκαν πολύ χειρότερα απο ότι αρχικά υπέθεσε.Απο τις αρχές του 1347 η Ευρώπη χτυπήθηκε απο πανώλη.»Μαύρο θάνατο» την είχαν ονομάσει και πολύ γρήγορα, απο την άνοιξη του επόμενου έτους είχε φτάσει και στην Αγγλία.Η κοπέλα, μαζί με άλλους κυριώς νέους του χωριού είχαν προσβληθεί,ένας θεός ξέρει πως.Δεν υπήρχε θεραπεία ,ενώ θυμόταν τον φόβο στα μάτια όσων γιατρών ήταν αρκετά θαρραλέοι ώστε να φροντίσουν τους ασθενείς.Η συντριπτική πλειοψηφία όσων προσβάλλονταν,πέθαιναν.Η κεφαλή των βρικολάκων είχε ξαναζήσει παρόμοιες επιδημίες και παρόλο που είχαν τα μέσα και την γνώση, ποτέ δεν αναζήτησαν μια θεραπεία.Προφανώς με την ίδια λογική που τα άρρωστα γουρούνια δεν θεραπεύονταν αλλά θανατώνονταν σαν ένας τρόπος περιορισμού της επιδημίας.Φυσικά ποτέ δεν κατέφευγαν σε τέτοιες λύσεις, προτιμούσαν να αφήσουν την αρρώστια να κάνει τον κύκλο της και να υποχωρήσει μόνη της περιορίζοντας απλώς τις δραστηριότητες τους.Όπως αποδείχθηκε εκείνη την φορά όμως, ήταν ένα τραγικό λάθος που τους στοίχισε ακριβά, αφου όταν πια η πανούκλα υποχώρησε, είχε πάρει μαζί της τουλάχιστον το 1/3 του Ευρωπαϊκού πληθυσμού. Ήταν απρόσβλητος απο την αρρώστια οπως  όλοι του είδους του, αλλα η κατανάλωση μολυσμένου αίματος σχεδόν τους κατάστρεφε.Φυσικά εκείνος δεν κινδύνευε απο κάτι τέτοιο καθώς είχε μεταστρέψει τις διατροφικές του συνήθειες σχεδόν δύο αιώνες πριν.

Ποτέ δεν θα ξεχνούσε την μυρωδιά του καμμένου ξύλου που έβγαινε σχεδόν απο όλες τις κατοικίες που είχαν αρρώστους ούτε την σαπίλα του άρρωστου αίματος απο τις αφαιμάξεις που γινόντουσαν καθημερινά στους αρρώστους.Δυστυχώς, τίποτα απο αυτα τα γιατροσόφια δεν βοηθούσε.Απο εκείνο το βραδυ πήγαινε καθημερινά στο σπιτι της νεαρής κοπελας που αργότερα έμαθε πως την έλεγαν Ίβετ.Κάτι τον είχε κερδίσει σε αυτο το εύθραυστο πλάσμα την στιγμή της μεγαλύτερης αδυναμίας του.Ηταν όμορφη με το κλασικό αγγλοσαξονικό πρότυπο,αρκετά αδύνατη, όμως αμφέβαλλε αν και στις περιόδους της ακμής της υγείας της είχε περισσοτερα κιλά.Το βράδυ, λίγο αφού έπεφτε η μητέρα της, καθόταν έξω απο το ανοιχτό παράθυρο και την άκουγε που έβηχε.Τις πρώτες μέρες εβγαινε απο το παράθυρο η μυρωδία καμμένου ξύλου.Αργότερα,αυτο σταμάτησε.Άκουγε τις παρακλήσεις της στο θεό και του έκανε τεράστια εντύπωση το γεγονός ότι παρακαλούσε για την καλη υγεία της μητέρας της και της μικρής της αδελφής και ποτέ της δικής της.Οταν δεν έβηχε ή δεν πονούσε, έλεγε την ζωή που θα ήθελε να ζήσει.Ηθελε τοσο απλά πράγματα,μια οικογένεια, παιδιά, ένα σπίτι όχι άλλο απο αυτο που ζούσε, αλλά γεμάτο παιδικές φωνές, το βροντερό γέλιο του άντρα της και τις καθοδηγητικές φωνές της μητέρα της καθώς και την αγάπη της αδελφής της.Ηθελε να ανέβει σε μια βάρκα που ποτέ δεν είχε καταφέρει να ανέβει,ήθελε να δεί το Λονδίνο έστω και μια φορά.Όταν ο πόνος χειροτέρευε, συνέχιζε τις προσευχές σε έναν θεο που κατα την προσωπική του πείρα,δεν θα άκουγε.Δυο τρεις φορές μπήκε μέσα στο δωμάτιο αποφασισμένος να της μιλήσει για να την παρηγορήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.Καθόταν μέσα στα σκοτεινά και την κοιτούσε.Τι καλό ,ποια παρηγοριά θα μπορούσε να της προσφέρει ένα πλάσμα της νύχτας σαν και αυτόν;Πως να της μιλήσει για την σπουδαιότητα και της αξία της ζωής ένας αθάνατος;Ένα βράδυ, λίγο πριν το τέλος, τον είδε.

Δεν ειχε ξαναδεί ποτέ του τον διάβολο.Για την ακρίβεια δεν ήταν σίγουρος καν πως υπήρχε στα αλήθεια.Και όμως ένιωσε την παρουσία του πρίν πλησιάσει εκείνο το βράδυ στο παράθυρο.Οταν κοίταξε μέσα τον είδε όρθιο πάνω απο την κοπέλλα.Για αυτούς που πιστεύουν , δεν φαινόταν καθόλου σαν πνεύμα μα είχε σάρκα και οστά.Φορούσε οπως ηταν αναμενόμενο  μαύρα και ήταν ψηλός,πολύ ψηλός.Για να το λεεί κάποιος όπου είναι 1.80  και κάτι ,έχει σημασία.Ηταν επίσης σίγουρος πως τον είχε αισθανθεί και ο άλλος αλλά δεν το σκέφτηκε καθόλου οταν πέρασε απο το ανοιχτό παράθυρο μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.Τι μπορεί να κάνει ο διάολος σε έναν άνθρωπο;Σίγουρα δεν είχε ιδέα.Το μόνο που ήξερε καλα ήταν το τι μπορούσαν να κάνουν οι βρικόλακες και,απο όλα τα πιθανά σενάρια ,τιποτα δεν ήταν καλό.Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν ηταν άνθρωπος και πως δεν θα επέτρεπε σε αυτόν, η σε οποιονδήποτε άλλον να κάνει οτιδήποτε κακό σε εκείνη.»υπηρετούμε τον ίδιο άρχοντα» είπε ο διάολος χωρις να γυρίσει καν να τον κοιτάξει.Ειχε στραμμένη την προσοχή του στην Ίβετ.»Χρειάζομαι τις ψυχές για τον επικείμενο πόλεμο που θα έρθει».Ποτέ μα ποτέ δεν τον ενδιέφερε η μεταφυσική και φυσικά ποτέ δεν αναζητούσε κάποιον ανώτερο σκοπό στην δημιουργία.Έπαιρνε τα πάντα όπως ήταν.Κυλούσε με το ρεύμα,όπως του είχε μάθει ο δάσκαλός του, ώστε να μην σπάει και να έχει πάντα μια νέα ευκαιρία. Ωστόσο, για πρώτη ίσως φορά δεν είχε σκοπό να κάνει στην άκρη ακόμα και αν κινδύνευε η ίδια του η ζωή όπως εκείνη την στιγμή ένιωθε.Το τι ακολούθησε μετά δεν το συγκράτησε στο κατά τα άλλα πάντα οξυδερκές και δραστήριο μυαλό του.Αυτό που ήξερε ήταν πως πάλεψε με λύσσα, χτύπησε ο ίδιος άσχημα αλλά για κάποιο λόγο ο αντίπαλος του έφυγε.Ίσως να πίστεψέ πως δεν άξιζε τον κόπο και να πήγε σε κάποιον άλλο ετοιμοθάνατο λίγα μέτρα πιο πέρα.Όταν όλα τελείωσαν και πήγε στο προσκεφάλι της Ιβετ,κατάλαβε πως δεν είχε πολύ χρόνο.Εκείνο που για τον ίδιο ήταν ανεξάντλητο και αμελητέο,είχε σχεδόν τελειώσει για έναν άνθρωπο που τελικά είχε καταφέρει να αγγίξει την καρδιά του.Δεν ήξερε αν αυτό που θα έκανε είχε κάποιο νόημα πλέον,αλλά παρόλα αυτά ήταν το μόνο που του έμενε.Έσκυψε κοντά της και της έδωσε το καταραμένο δώρο.

Advertisements