imageedit_1_3982863418Ο ουρανος ηταν γκριζος.Γλαροι πετουσαν πανω απο το αποκρυμνο ακρωτηρι.Οι φωνες τους ηχουσαν μακρινες οπως και εκεινη η γωνια του κοσμου.Απο εκεινο το σημειο ειχε θεα του την απεραντη θαλασσα ηρεμη μα σκοτεινη, εκεινο το συννεφιασμενο πρωινο.Ειχε κανει ενα μακρυ ταξιδι για να φτασει ως εδω,κατι που ποτε δεν ειχε προσεξει εως τωρα,ισως επειδη για πρωτη φορα το εκανε μονος.Μονος μπηκε στο αυτοκινητο ,μονος διενυσε τοσα χιλιομετρα εξω απο την πολη και μονος τωρα καθοταν πανω στον μεγαλο,πλατυ βραχο. Εκλεισε τα ματια και αφουγκραστηκε τις αληθειες που ψιθυριζαν αιωνες τωρα αυτα τα κυματα στον βραχο.Το πελαγισιο αερακι τον χτυπησε στο προσωπο και εφερε τις μυρωδιες της θαλασσας.Αλμυρα,ξυλο και την μυρωδια των μικρων θαμνων που φυτρωναν διακοσια περιπου μετρα απο κατω του,λιγο περα απο το νερο.Εβαλε ενα τσιγαρο στο στομα του μα δεν το αναψε.Ηθελε να ρουφηξει τις μνημες που ειχε αναγκη και που οσο περνουσε ο χρονος ξεθωριαζαν μεσα του. Οσες φορες και αν προσπαθουσε να ξεχασει δεν τα καταφερνε.Ειναι περιεργο μεσα απο τις δεκαδες αναμνησεις που διαλεγει το μυαλο να μην ξεχασει να βρισκονται εκεινες που μας πληγωνουν τοσο.Ισως,να ειναι οι πιο δυσαρεστες και οι πιο σημαντικες, γιατι πονανε περισσοτερο απο τις αλλες,ποναει η απωλεια τους,οταν οι υπολοιπες απλα γεμιζουν την ζωη μας αγγιζοντας μας επιφανειακα,προσκαιρα.Αφου λοιπον δεν μπορουσε να ξεχασει,επελεξε να τις καλοσωρισει να τις δεχθει σαν κομματι του αφου χωρις αυτες δεν θα ηταν ο ιδιος.

Μερικοι ανθρωποι που μπαινουν στην ζωη μας, μας αλλαζουν σημαδευοντας μας για παντα.Με μελανι ανεξιτηλο,οχι απο αυτον τον κοσμο αλλα απο εναν αλλο,αορατο που κηλιδωνει κατευθειαν την ψυχη μας.Οπως εμεις οι ανθρωποι δενομαστε μεταξυ μας με σχεσεις αγαπης ισχυρες,που χαραζονται βαθια στην καρδια μας, σε μια προσπαθεια να πεισουμε τους εαυτους μας οτι οντως ετσι ειναι,οτι δεν ξεγελαστηκαμε πως ζουμε κατι αιωνιο και αληθινο ενω δεν ειναι,προσπαθουμε να το δηλωσουμε και στον εξω κοσμο με καθε τροπο,ωστε να μην αποδειχθει ενα εφημερο ονειρο μιας ηρεμης βραδιας.Για αυτο τον λογο υπηρχαν χαραγμενα τα γραμματα αυτα πανω στον βραχο,δυο ονοματα,μια υποσχεση ενωπιον των θεων της θαλασσας για αιωνια αγαπη.

Μια υποσχεση που φυσικα,αθετηθηκε.Πανω απο την οργη των θεων ομως,φοβοταν την οργη του ιδιου του εαυτου του.Εκεινον εκαναν τον αυστηροτερο κριτη και τον εβαλαν μεσα στον ανθρωπο ωστε να μην μπορει να ξεφυγει απο το μενος του.Ουτε λοιπον και σε αυτο το μερος το ερημικο,το ξεχασμενο δεν μπορουσε να τον αποφυγει.Ουτε εκει. Φωναξε στην θαλασσα.

«Θελω να νοιωσω στο χερι μου την ζεστασια της,μεχρι να την σβησει ο αδυσωπητος χρονος.»                                                                             «Θελω το γελιο της πανω στον ωμο μου εως οτου δεν θα υπαρχω για να το ακουω.»

Μα φυσικα κανεις δεν του απαντησε.Η ηχω εψαξε απεγνωσμενα καθως επαναλαμβανοταν καποιον η κατι που να ειχε την δυναμη να αλλαξει το πεπρωμενο,αλλα δεν βρηκε.Γυρισε στην κρυα πετρα και περασε τα δαχτυλα του πανω απο το ονομα της.Ηταν λες και το ειχε χαραξει χθες.Ενοιωσε ασχημα για την αλαζονια του.Ο ανθρωπος ,ενα φθαρτο και ευθραστο πλασμα του οποιου οι ανασες ειναι μετρημενες πανω στην γη δεν εχει ποτε το δικαιωμα να αναζητα το τελειο,το αληθινο και αφθαρτο.Συνεπως και η αληθινη αγαπη ηταν περα απο εκει που μπορουσε να απλωσει το χερι για να φτασει.Ηταν παραμυθια για μικρα παιδια,ιστοριες που μας εκαναν να πιστευουμε την σημαντικοτητα μας στο κοσμο αλλα που στο τελος,παρεμεναν ιστοριες.Την τραγουδουσαν βαρδοι σε πεινασμενα για αισθηματα καπηλεια,και μοναχικοι ανθρωποι που τελικα δεν την ανακαλυψαν ποτε.

Οι αναμνησεις ομως που ξυπνησαν μεσα στην ψυχή του, του εκαναν καλο.Του γεμισαν την απογνωση με ζεστη ελπιδα,τους φοβους του με μια γλυκια θαλπωρη.Τελικα,η περιουσια του καθε ανθρωπου ειναι πανω απο οτιδηποτε αλλο οι αναμνησεις που μαζευει σε ολοκληρη την ζωη.Εκατσε πανω στην κρυα πετρα.Θα περιμενε εκει εως το τελος του κοσμου;

Advertisements