bear-children-fairytale-fire-fireplace-Favim.com-88589Σε ενα σπιτι μακρινο ζουσε ενα μικρο κοριτσι μαζι με τους γονεις της μα η ιστορια δεν ειναι αυτη.Δεν ειναι τοσο απλη αλλα ούτε και τόσο σύντομη.Ζουσε ευτυχισμενη λοιπον σε σπιτι μεγαλο και πλουσιο και ειχε ενα δωματιο γεματο παιχνιδια καθε λογης καθε μορφης απο τα πιο απλα μεχρι τα πιο ακριβα και μεγαλα.Πάνω απο το τζακι υπηρχε άφθονος χώρος για  κούκλες και μικρά παιχνίδια,γυαλινες σφαίρες και πολύχρωμα ξύλινα γλυπτά.Την αγαπουσαν τοσο πολυ οι γονεις της που χατηρι ποτε δεν της χαλουσαν.Και ετσι επαιζε με ολα τα παιχνιδια μα αγαπημενο της ηταν μια γυαλινη νεραιδα που σαν διαφανη που ηταν ,οταν κοιταζε μεσα της εβλεπε ολα τα χρωματα του ουρανιου τοξου και ακομα περισσοτερα.Ηταν το αγαπημενο της παιχνιδι και το επαιρνε μαζι της οταν ετρωγε,οταν κοιμοταν η οταν επαιζε στην μεγαλη αυλη μονη της η με τα αλλα παιδια.Μια μερα ο πατερας της αρρωστησε βαρια,η μητερα της εφερε γιατρους απο τα περατα του κοσμου να τον δουν μα κανεις δεν μπορουσε να κανει τιποτα.Θα εφευγε συντομα τους ελεγαν και δεν μπορουσαν να κανουν τιποτα για αυτο.

Το κοριτσι κλεινοταν με τις ωρες στο δωματιο της κλαιγοντας και παρακαλουσε τον θεο να κανει καλα τον πατερα της που τοσο αγαπουσε,ενώ δεν εβγαινε πια στην αυλη να παιξει.Τα αλλα παιδια την εχασαν και δεν την ξαναειδαν ,ολος της ο κοσμος ηταν πια ενα κλειστο δωματιο και οι ωρες που της επετρεπαν να βλεπει τον αρρωστο πατερα της.Καθε μερα τον εβλεπε να φευγει απο κοντα της και καθε νυχτα κοιμοταν αργα,πολυ αργα με το μαξιλαρι της μουσκεμενο απο τα δακρυα της.»Σε παρακαλω καλε μου θεουλη ,κανε καλα τον πατερα μου»,»Σας ικετευω καλα μου πνευματα δωστε πισω την δυναμη και την υγεια στον μπαμπα μου» ελεγε και ξαναελεγε χωρις ομως κανενα αποτελεσμα.Καθως οι μερες περνουσαν και ο χειμωνας ερχοταν μαζι με το τελος του αγαπημενου της πατερα,στις καθημερινες προσευχες της ειχε προσθεσει οποιονδηποτε μπορουσε να σκεφτει πως ηταν σε θεση να βοηθησει τον πατερα της.Θεωρουσε τα παιχνιδια της τους μονους πλεον φιλους της που της ειχαν απομεινει και ζητουσε βοηθεια απο αυτα,απο τα αλογακια τις κουκλες της και τους ομορφους ιπποτες της ενω περνουσε τις περισσοτερες ωρες της κουλουριασμενη στο κρεβατι της με την αγαπημενη της γυαλινη νεραιδα στην αγκαλια της.

Η μητερα της της ελεγε να βγει εξω, να παιξει να αφησει για λιγο πισω της το γκριζο και αποπνικτικο απο την αρρωστια σπιτι,μα εκεινη δεν εφευγε στιγμη.Οσο εβλεπε τον πατερα της να αδυνατιζει και την υπαρξη του να σβηνει σιγα σιγα απο αυτον τον κοσμο,τοσο ηθελε να περναει ατελειωτες ωρες στο προσκεφαλι του και τις υπολοιπες στην απομονωση του δωματιου της.Δεν ετρωγε καλα πια και αρχιζε να αδυνατιζει και η ιδια τοσο που η μητερα της ανυσηχουσε πολυ και για εκεινη.Ενα πρωι και ενω ηταν στην καρεκλα διπλα απο το κρεβατι του αρρωστου πατερα της ακουσε εντρομη τον βηχα να τον πνιγει,αιμα εβγαλε απο το στομα του.Οi γιατροι την εβγαλαν με το ζορι εξω ενω η μητερα της την κλειδωσε στο δωματιο της.Εκεινη φωναζε φωναζε τοσο δυνατα αλλα κανεις δεν της ανοιξε την πορτα ,ετσι  κουλουριαστηκε στο κρεβατι της κλαιγοντας.Εκλαιγε ,εκλαιγε ξεροντας πως το τελος ειχε φτασει.

Glass Fairy figurine collecting«Ει» ακουσε μια φωνη που ερχοταν απο τα χερια της ,μεσα απο την κλειστη αγκαλια της.»Ει με ακους Σοφια;»Το κοριτσι ξαφνιασμενο κοιταξε κατω ανοιξε τα χερια της και ειδε την γυαλινη νεραιδα.

Τα μεγαλα καστανα ματια της γουρλωσαν γεματα εκπληξη.Της μιλουσε η μικρη νεραιδα που ειχε σχεδον παντα στην αγκαλια της οταν επεφτε στο κρεβατι της.Και οχι μονο μιλουσε αλλα θυμοταν τα παντα γυρω απο την ζωη της Σοφιας χρονια τωρα.Της ειπε πως ηταν μεγαλη αδικια αυτο που γινοταν και οτι αν εκεινη ηθελε θα μπορουσε να το αλλαξει αυτο. .»Ομως Σοφια μια τετοια μεγαλη χαρη που ξεπερναει τον κοσμο των ζωντανων θελει κατι σαν  αντίτιμο.Καταλαβαινεις τι σημαινει αντιτιμο ετσι;» Οταν το κοριτσι εγνεψε καταφατικα εκεινη συνεχισε.»Το αντιτιμο εισαι εσυ».Μεσα στο βραδυ την οδηγησε εξω απο το σπιτι και μεσα στο σκοτεινο δασος.Η Σοφια περπατουσε με σιγουρα, αποφασιστικα βηματα που δεν τα καθυστερουσε ο φοβος που ενοιωθε, αλλα η επιθυμια να ζησει ο πατερας της.Οταν εφτασαν στις οχθες του ποταμου λιγο εξω απο το δασος, της ειπε να σταματησει.Εκει που μονο η δυνατη αντανακλαση του φεγγαριου την ενοχλουσε, υπηρχε η απολυτη γαληνη που με καποιον τροπο ο θορυβος απο το τρεχουμενο νερο την ενισχυε αντι να την σπασει.»Σου αρεσει το νερο Σοφια;Εγω καποτε ζουσα μεσα σε αυτο.Θελω να με πεταξεις με δυναμη πανω σε αυτη την πετρα.»Η Σοφια χωρις να πολυκαταλαβαινει υπακουσε και ενα μικρο κομματι γυαλιου εφυγε απο το ποδι της νεραιδας.Αν και σπασμένη η νεραιδα συνεχισε.»Παρε το γυαλί.Ετσι.Προσεκτικά,Σοφία».Της ειπε να τρυπήσει το δαχτυλο της ωστε να αφησει μια σταγονα αιμα να πεσει,ακριβως πανω στην οχθη του ποταμου, εκει που το νερο συναντουσε την λασπωμενη γη.»Αυτο ηταν.Παμε πίσω».

Στον δρόμο της επιστροφης δεν μιλουσαν ,η νεραιδα ειχε σωπασει ενω η Σοφια εβλεπε μεσα απο το σκοταδι μορφες που της ηταν οικειες αν και τρομακτικες.»Αυτοι,ειναι οι φοβοι που θα γνωριζες σε ολη σου την ζωη.Δεν χρειαζεται να ανησυχεις ομως πια για αυτο».Ηταν η μονη κουβεντα της μεχρι να φτασουν πισω στο σπιτι και πανω στην κρεβατοκαμαρα της.Κουρασμενη, ξαπλωσε στο κρεβατι με την νεραιδα στα χερια της οπως καθε βραδυ.Το πρωι ξυπνησε μεσα στο αιμα.Τα χερια της κομμενα απ ακρη σε ακρη ενω η γυαλινη νεραιδα ειχε εξαφανιστει.Εκεινο ομως που την εκανε να ανοιξει διαπλατα τα ματια της ηταν η ματιά του πατερα της που την κοιταζε απο πανω.Ηταν καλα,φαινοταν καλα οπως πριν αρρωστησει και καθοταν στην καρεκλα διπλα απο το κρεβατι της.Τα δακρυα της που μουσκεψαν την δυνατη αγκαλια του γλυκου της πατερα ηταν μονο η αρχη της ευτυχιας που ενοιωσε εκεινη την μερα.

Η Σοφια ηταν επιτελους ευτυχισμενη.

Περασε ολη την υπολοιπη μερα μαζι με τον πατερα της παιζοντας και γελωντας ενω η μητερα της τους καμαρωνε χαμογελοντας.Η αρρωστια ειχε εξαφανιστει σαν απο θαυμα και η αναρωση του πατερα της ηταν θεαματικη.Ηταν η πιο ευτυχισμενη μερα της ζωης της.Το βραδυ οταν επιτελους οι γονεις της την εβαλαν στο κρεβατι,επεσε απο την κουραση σε βαθυ υπνο.Εκει, στον απεραντο κοσμο των ονειρων ειδε δυο γιγαντες, δυο τιτανες να μονομαχουν.Ενας λευκος με εναν μαυρο σαν κατραμι, τεραστιοι πετρινοι γιγαντες παλευαν μεχρι θανατου σε ενα αδειο γκριζο τοπιο.Ο αγωνας ηταν σκληρος, λυσσαλεος και ο λευκος τιτανας ηταν αυτος που εδειχνε να εχει το πανω χερι.Καθως τα χτυπηματα προκαλουσαν δυνατους σεισμους και τα πετρινα κορμια επεφταν πανω στην αγονη γη, η Σοφια καταλαβαινε πως κατι δεν πηγαινε καλα με τον δυνατο υπερασπιστη της.Η δυναμη του ολοενα και λιγοστευε αλλα εκεινος επεφτε με μεγαλυτερη ορμη και οργη πανω στον σκοτεινο αψυχο αντιπαλο του.Σε λιγη ωρα ηταν φανερο πως ο λευκος τιτανας θα εχανε.Προσπαθουσε ματαια να χτυπησει τον αντιπαλο του που την ιδια στιγμη επινε απο ενα τεραστιο βαρελι κατι, που τον κρατουσε στην ζωη, δυνατο και ακουραστο.Πριν τελειωσει η ηχο απο το τελευταιο φονικο χτυπημα που εριξε τον υπερασπιστη της κατω για παντα,η Σοφια εξαφανιστηκε.Το πρωι πανω στο αδειο κρεβατι δεν βρηκαν τιποτα οι γονεις της.

Τιποτα.

Τα χρονια περασαν και η ζωη των γονιων της ξοδευτηκε στην ακαρπη, ατελειωτη αναζητηση τους για το μικρο τους κοριτσακι.Ματαια ομως.Πρώτα η μητέρα της και μετά ο πατέρας ,έφυγαν από την ζωή δυστυχισμένοι και απελπισμένοι.Ποτε δεν το ξεπέρασαν.Το σπίτι έμεινε άδειο καθώς κανένας δεν είχε μείνει να το διεκδικήσει μέχρι που το απέκτησε μια πλούσια οικογένια η οποία εγκαταστάθηκε μαζί με τον μικρό γιο τους ένα όμορφο αγοράκι 9 ετών.Τα πράγματα που βρήκαν στα έρημα δωμάτια δεν τα πέταξαν.Τα έβαλαν στην αποθήκη περιμένοντας μια ευκαιρία να τα έδιναν σε κάποια φτωχια οικογένεια που θα τα είχε ανάγκη.Το αγοράκι πήρε το δωμάτιο της μικρής Σοφίας και έβαλε όλα τα πράγματα του.

Ένα πρωινό που έβρεχε , το αγοράκι κατέβηκε στην αποθήκη και εψαξε τα παλιά αντικείμενα που ήταν εκεί.Κάποια στιγμή έπιασε στο χέρι του μια παλιά φωτογραφία και αμέσως έβαλε το κοριτσάκι που είδε στην καρδιά του.Άρχισε να ρωτάει τι είχε συμβεί στην προηγούμενη οικογένεια που έζησε στο σπίτι και έμαθε για την εξαφάνιση της Σοφίας και την κατάληξη των γονιών της.Λυπήθηκε γιατί ένοιωσε παράξενα οικεία τα γεγονότα που είχαν συμβεί στα δωμάτια αυτού του σπιτιού.Ενώ οι μέρες περνούσαν η εικόνα της μικρής Σοφίας όλο και τρυπωνε μέσα στις σκέψεις του και έβρισκε τον εαυτό του να την σκέφτεται.

Στην αρχή ξεκίνησε σαν μια ανησυχία.Νευρικότητα τον κυριεύε ξαφνικά,αδικαιολόγητα στην διάρκεια της μέρας.Τα χέρια του έτρεμαν και ένοιωθε άβολα, μια αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.Όσο γρήγορα ερχόταν , τόσο ξαφνικά περνούσε.Τουλάχιστον στην αρχή.Πολύ γρήγορα ξεκίνησαν οι αϋπνίες.Η μια ώρα που περίμενε στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί έγιναν δύο ,οι δύο τρείς και σύντομα πάλευε για να μένει έστω για μια ώρα στο βασίλειο του ύπνου.Οι γονείς του ανησυχούσαν βλέποντας τον να κοιμάται λίγο και να τρώει ελάχιστα.Έβγαινε και έκανε βόλτες όταν δεν πήγαινε σχολειο, κάτι που γινόταν συχνά τελευταία.Δεν μπορούσε τους δυνατούς θορύβους, την φασαρία της τάξης ειδικά εκείνες τις μέρες που ένοιωθε πως το κεφάλι του θα σπάσει από τον πονοκέφαλο.Ένα μεσημέρι,ενώ περπατούσε στις όχθες του ποταμού κοντά στο σπίτι γλυστρισε στην λάσπη και έπεσε.Τον βρήκαν οι γονείς του δύο ώρες πριν την Δύση του ήλιου.Τον πήγαν στο σπίτι.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε.Κοιμήθηκε βαθιά.

Σε έναν ύπνο δίχως όνειρα βρέθηκε σε ένα άδειο δωμάτιο, μόνος να ακούει τον ήχο της βροχής.Υπήρχε ένα μόνο παράθυρο και καθώς το πλησίασε είδε ένα κορίτσι πάνω σε μια κούνια με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του.Στην μονή πλατιά ξύλινη σανίδα της κουνιας ήταν δεμένη μια κλωστή της οποίας η άλλη άκρη χανόταν στον καθαρό ορίζοντα.Ξαφνικά βρέθηκε να κοιτά το κορίτσι έξω από το δωμάτιο.
«Ηρθες»,είπε χαμογελώντας.Τον καλωσόρισε λέγοντας του πως λεγόταν Λαχέση.»Εγώ και οι αδελφές μου είμαστε υπεύθυνες για την μοίρα κάθε ανθρώπου.Πριν λίγα χρόνια έγινε κάτι πολύ κακό και άλλαξε την πορεία των πραγμάτων ενώ δεν θα έπρεπε.Χάθηκε κάποια που θα έφερνε μεγάλο καλό στον κόσμο.Η ισορροπία χάθηκε και αυτό δεν αρέσει καθόλου στο σύμπαν…».
…ούτε στις αδελφές της, πρόσθεσε.Κάποιο κακό πνεύμα χρησιμοποίησε την αγάπη ενός μικρού κοριτσιού για τον πατέρα της για να αλλάξει το μέλλον.Το αγόρι κατάλαβε ότι μιλούσε για την Σοφία.Το κατάλαβε πριν την αναφέρει καν.Του αποκάλυψε πως, ο φύλακας άγγελος της ,που όλοι οι άνθρωποι εξάλλου έχουν,πάλεψε μανιασμένα για εκείνη, αλλά έχασε γιατί το κακό που πολεμούσε έπαιρνε την δυναμή του πίνοντας το ίδιο το αίμα της κοπέλας που ο φύλακας προστάτευε.
«Το αίμα κρύβει μεγάλη δύναμη»του τόνισε «και οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να το προσφέρουν σε όποιον τους το ζητάει».Η Λαχέση τον ρώτησε μέχρι που θα έφτανε για να σώσει αυτο το κορίτσι γιατί γνώριζε τα συναισθήματα που είχε για εκείνη.Του υπενθύμισε πως ,επειδή ο κόσμος λατρεύει την ισορροπία κάνοντας οτι μπορεί για να την αποκαταστήσει εκει που διαταράσσεται, η αποστολή του δεν θα ήταν εύκολη ούτε χωρίς κίνδυνο.Δέχθηκε.Ήταν τόσο σίγουρος για αυτό όσο για τίποτα άλλο.

Αμέσως ένοιωσε υγρασία στα πόδια του και ζεστασιά στο κεφάλι και ήταν ένα δέντρο ανάμεσα σε δεκάδες άλλα σε μια πλαγιά.Τρόμαξε.Δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει.Άκουγε την παρουσία ανθρώπων εκεί κοντά.Μετά κοιμήθηκε και ξύπνησε πάλι αργότερα,πόσο αργότερα δεν είχε σημασία αφού ο χρόνος δεν μετρούσε πια.Ένοιωθε την παλιά του ζωή σαν όνειρο και πολλές φορές στην ησυχία του δάσους αναρωτιόταν αν πραγματικά ήταν.Κάποια στιγμή άκουσε θόρυβο,άνδρες να χτυπούν δέντρα με τσεκούρια μέχρι που ήρθε και η σειρά του.Κοιμήθηκε και ξύπνησε στο τραπέζι ενός ξυλουργου. Ένοιωθε να σμιλεύεται και να μετασχηματίζεται ωστόσο χωρίς να επηρεάζεται η ουσία του.Πολύ σύντομα βρέθηκε στην βιτρίνα ενός μαγαζιού ώσπου ήρθε κάποια και τον αγόρασε σαν δώρο.Όταν τον ξετυλίξαν ,αναγνώρισε αμέσως το δωμάτιο που τον έβαλαν.Ήταν το δωμάτιο του ,που ανήκε ακόμα στον προηγούμενο θαμώνα του, την μικρή Σοφία.Όταν την είδε, μικρή και ασθενική καθώς ήταν,ένοιωσε ένα σκίρτημα στην ξύλινη καρδιά του.Τον είχε αγοράσει η μητέρα της για να δώσει λίγη χαρά στο κορίτσι που μαράζωνε μέρα με την μέρα για τον άρρωστο πατέρα της.Αμέσως μετά αισθάνθηκε και την κακιά παρουσία ενός πνεύματος που δεν εγκατέλειπε ποτέ την μικρή.Ήταν φυλακισμένο στην γυάλινη νεράιδα που κρατούσε εκείνη την στιγμή στο χέρι της.

il_340x270.633097149_lnfkΗ Σοφία ευχαρίστησε την μητέρα της και χαμογέλασε με το ζόρι ενώ μόλις η πόρτα του δωματίου της έκλεισε τον έβαλε σκυθρωπα πάνω από το τζάκι.
«Μακάρι να μπορούσε να με βοηθήσει ένα μικρό ξύλινο στρατιωτακι».»Μακάρι».Την άκουσε να ψιθυρίζει στον εαυτό της.Εκείνο το βράδυ την είδε να σηκώνεται και να βγαίνει έξω κρατώντας την γυάλινη νεράιδα δυνατά στο χέρι της.Ήταν τόσο ο ενθουσιασμός και η ανυπομονησία της, που ξέχασε την φωτιά στο τζάκι αναμμένη.Κατάλαβε πως εκείνη ήταν η νύχτα.Η νύχτα που άρχισαν όλα.Πιο χθονιο μυαλό ήταν πίσω από όλα; Δεν μπορούσε να ξέρει.Αυτό όμως που ήξερε ήταν το τι έπρεπε να κάνει.

Μέσα στο ξύλο κρύβονται πνεύματα , για αυτό κατάλοιπο του λαού ήταν να τα χτυπάει για να ξορκίσει το κακό και να μην επιτρέψει στα κακόβουλα πνεύματα να ακούσουν τι ήταν αυτό που φοβόταν πιότερο.Αυτό που δεν ήξερε όμως ο κόσμος , ήταν ότι μέσα στο ξύλο κρύβονται και ψυχές με δυνατές επιθυμίες τόσο δυνατές που μπορούν ακόμα και να κουνησουν αντικείμενα ,μικρά ,ελαφριά αλλά εξίσου σημαντικά.Έτσι λοιπόν σιγά σιγά, με την δύναμη της θέλησης του ανθρώπου που ήταν κάποτε,κάποτε στο μέλλον η στο παρελθόν,άρχισε να πλησιάζει την άκρη στο γείσο ώσπου έπεσε κάτω μπροστά στο αναμμένο τζάκι αρκετά κοντά για να ζεσταθεί και να πάρει φωτιά.Καθώς καιγόταν και μετέφερε την πύρινη γλώσσα στο χαλί που ήταν ακριβώς δίπλα του,θυμήθηκε τι ήταν αυτο που ενοιωθε και που έμοιαζε με την ζεστασιά που απλώνονταν πάνω στο ξύλινο κορμί του.Η αγάπη.

Η φωτιά έκαψε το μεγαλύτερο μέρος του διωροφου σπιτιού..Η Σοφία μύρισε την φωτιά καθώς επέστρεφε μετά την συμφωνία που έκανε για την ψυχή της,συμφωνία που δεν ίσχυε πλέον καθώς δεν υπήρχε τίποτα που να θέλει η μικρή.Ο πατέρας της είχε χαθεί για πάντα στην φωτιά.Η Σοφία έκλαψε ,θρήνησε τον αγαπημένο της πατέρα αλλά μαζί με την μητέρα της άντεξαν στον πόνο της απώλειας.Μετακόμισαν αμέσως κάπου μακριά κάτι που βοήθησε και τις δύο να συνεχίσουν την ζωή τους.

Το μικρό αγόρι ξύπνησε την άλλη μέρα.Φαίνεται πως ο δικός του φύλακας άγγελος προστάτεψε την ψυχή του ώστε να μην χαθεί και να γυρίσει με ασφάλεια από τον άχρονο κόσμο των ονείρων ,έναν κόσμο που από ότι φάνηκε αψηφά τα σύνορα του παρελθόντος και του μέλλοντος.Θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια το όνειρο του, και δεν θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ την μικρή Σοφία όταν την βρήκε τυχαία μπροστά του αρκετά χρόνια μετά, την αγάπησε και την παντρεύτηκε.Έκαναν τρία παιδιά αγαπήθηκαν όσο λίγοι ,μα ποτέ δεν την εκμυστηρεύτηκε την περιπέτεια που έζησε μικρός.Μια περιπέτεια που του χάρισε χίλια χρόνια ζωής μέσα σε όνειρο και την σύντροφό της ζωής του.Αργότερα στην δύση της ζωής του ,τον επισκέφτηκε και παλι η Λαχέση αυτη την φορά με τις αδελφές της,Κλωθώ και Ατροπο.Τον ευχαρίστησαν ξανα για το καλό που είχε κανει και του φανέρωσαν οτι εκείνες φρόντισαν να βάλουν την Σοφία αργότερα και πάλι στον δρόμο του και στην ζωή του, για να την προστατεύει αλλα και σαν ανταμοιβή αφού δεν υπήρχε πιο καλόκαρδο και γεμάτο απο αγάπη πλάσμα στον κόσμο ολόκληρο.»Το μεγαλύτερο δώρο,όμως το έχει αυτη την στιγμή στα χέρια της η αδελφή μας, η Ατροπος.»Ειπε χαμογελόντας η Λαχέση.Οταν το μεγαλο αγόρι πια γύρισε να αντικρίσει την Ατροπο, εκείνη κρατουσε στα χερια της δυο κλωστές  προσεκτικά υπολογισμένες να κοπούν στο ιδιο ακριβώς σημείο την ιδια στιγμή.»Δεν θα νοιώσεις ποτέ την μοναξιά της απώλειας γιατι θα φύγεις απο αυτον τον κόσμο την ιδια ακριβώς στιγμή με το άλλο σου μισο,».»Αυτό» ειπε χαμογελόντας γλυκά η Άτροπος, «ειναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορώ να κάνω για εσάς τους ανθρώπους».

Ετσι τελειώνει η ιστορία μου,μελαγχολικά για κάποιους,ευχάριστα ομως τελικά, αφου το «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» ειναι πολύ γενικό και ακαθόριστο.Και ακριβώς οπως θέλουμε να ξέρουμε οτι πέρασαν καλα στην ζωή τους,είναι πιστεύω εξισου σημαντικό να γνωρίζουμε οτι τελείωσε το ίδιο καλά αυτή η όμορφη ζωή.

Σημείωση :Θεωρώ σωστό για εκείνους που δεν γνωρίζουν να προσθέσω κάποιες πληροφορίες για τις τρεις αδελφές (τρεις μοίρες) που κατα την ελληνικη μυθολογια ηταν υπευθυνες για την ζωη ενος ανθρώπου απο την γεννησή του εως και το τέλος του.

Σύμφωνα λοιπόν με μια θεωρία του Πλάτωνα

– η Λάχεσις αντιπροσωπεύει και καθορίζει το Παρελθόν,

– η Κλωθώ αντιπροσωπεύει και καθορίζει το Παρόν,

– η Άτροπος αντιπροσωπεύει και καθορίζει το Μέλλον.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας!

Δροσάκης Κωνσταντίνος.

Advertisements