Αφιερωμένο σε κάτι που τελείωσε ξαφνικά, οσο και ο ήχος ενος τηλεφώνου που κλείνει απότομα…

Ακούστηκε ένα κλικ,η πόρτα άνοιξε σιγά και το φως του φεγγαριού μπήκε στο χολ καθώς το μεταλλικό πόμολο υποχώρησε. Καθώς περπατούσε, με τα βήματα του να πνίγονται στο καφέ χαλί του διαδρόμου πέρασε μπροστά από τον καθρέφτη.
“Σε ευχαριστώ”είπε κοιτάζοντας το είδωλο του στον καθρέφτη αν και δεν το έλεγε στο εαυτό του.”Σε ευχαριστώ που με αγάπησες”.Περνώντας το σαλόνι την τραπεζαρία και την κουζίνα ,ήρθαν στιγμές που περάσαν μαζι. Τρυφερες, όμορφες αναμνήσεις σε κάθε σημείο του μεγάλου σπιτιού που για 4 χρόνια είχαν περάσει μαζί, στην ουσία,το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου εκείνης.

Ήταν τόσο ζωντανές οι στιγμές σαν να τις έβλεπε μπροστά του καθώς ανέβαινε τις σκάλες εγκαταλείποντας το έρημο ισογειο. Τους είχε ενώσει η ελλαδα σε μια άλλη εποχή που έφτανε μέχρι και τώρα. Την είχε αγαπήσει όσο τίποτα γιατί τον είχε μάθει να αγαπαει. Την είχε λατρέψει όσο καμμία γιατί είχε πιστέψει ότι θα ήταν για πάντα μαζί. Hξερε ότι αυτό δεν γινόταν και θυμόταν πως έβρισκε κάθε είδους δικαιολογίες για να το εξηγήσει. Ήταν αδημιούργητος, μικρότερος της και εγωιστής, τόσο που πίστευε ότι δεν είχε ανάγκη κανέναν,μέχρι που κατάλαβε πως είχε ανάγκη εκείνη.

Τα βουβά πατήματα στο πάνω όροφο, εκεί που θα έμεναν τα παιδιά που ονειρεύτηκε πως κάποτε θα έκαναν, έδινε στην σκοτεινή ατμόσφαιρα μια μεγαλύτερη εικόνα εγκατάλειψης. Καθώς περνούσε μπροστά από τα άδεια δωμάτια έβλεπε ένα κομμάτι της ζωής του σε όλα τα μέρη που βρέθηκαν μαζί. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως εκείνη τον είχε εγκαταλείψει. Είχε φύγει για πάντα από κοντά του πολύ πριν εξαφανιστεί πραγματικά ,αυτό τον πονούσε περισσότερο. Μια μια ,έκλεινε τις πόρτες γιατί δεν μπορούσε να αντέξει αυτό που έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς του. Παρατήρησε πως έξω είχε απόλυτη ησυχία λες και οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί ,είχαν ερημώσει τον τόπο κατά τρόπο όμοιο με την ερημιά που βασίλευε στην καρδιά του. Έπρεπε να κάνει κουράγιο όμως,η μάχη ήταν μπροστά.

Έφτασε στην κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήταν άδεια από καιρό, με τα έπιπλα να σαπίζουν κάτω από την μανία της βροχής και του αέρα που είχε εγκατασταθεί μόνιμα πλέον σε αυτό το μέρος. Η καρδιά του σφίχτηκε. Έγλειψε τα ξερά χείλια του και κατάπιε μην μπορώντας να διώξει τον κόμπο που είχε στο λαιμό του. Ήταν εδώ και έπρεπε να μπει. Με ένα μικρο, αναποφάσιστο βήμα άνοιξε την πόρτα. Ησυχία και εδώ. Η λέξη σε αγαπώ που άκουγε τόσο συχνά δεν υπήρχε ούτε εδώ,στο μέρος οπού είχαν κάνει ερωτά άπειρες φόρες με την ίδια θέρμη και πάθος. Τα χεριά του έτρεμαν σαν την πρώτη φορά που την είχε πλησιάσει, αιώνες πριν, και της είπε ότι ήθελε να βγουν μαζί. Είχε άγχος θυμόταν αλλά και μια βεβαιότητα πως εκείνη θα ήταν η γυναίκα της ζωής του.

Αλλά τελικά δεν ήταν.
Πλησίασε την ντουλάπα και την άνοιξε. Δεν είδε τίποτα άλλο στο μυαλό του παρά το ολόλευκο φόρεμα που φορούσε εκείνη όταν την πρωτογνώρισε. Ήταν τόσο όμορφη. Ήταν περισσότερο από όμορφη, σαν άγγελος ,τόσο που δεν είχε τολμήσει καν να της μιλήσει. Μόνο την κοίταζε. Υπήρχε τόση ομορφιά στον κόσμο;Έκλεισε την ντουλάπα γιατί ο χρόνος του περνούσε. Δάκρυα είχαν γεμίσει τα μάτια του γιατί το αντίο πονούσε. Αλλά έπρεπε να το πει για να προχωρήσει παρακάτω. Και εκείνη αυτό θα ήθελε. Ήξερε όμως πως το αντίο δεν το λες πραγματικά για αυτούς που ζουν μέσα στην καρδιά σου. Ήξερε όμως επίσης πως δεν ωφελούσε να μένει στα σκοτεινά σοκάκια των αναμνήσεων όσο όμορφα και να ήταν ,όσο πολύ και αν το ήθελε. Γύρισε και είδε το κρεβάτι, το μέρος όπου η αγάπη τους είχε πάρει μορφή, σχήμα και χρώμα.

Καθώς πλησίασε ήξερε πως η στιγμή είχε έρθει. Ακούμπησε, έγειρε και ξάπλωσε στα βρώμικα μουχλιασμένα σεντόνια. Τα έσφιξε στα χέρια του.
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια όμορφη πριγκίπισσα και ένας πρίγκιπας. Αγαπήθηκαν τρελά και έζησαν τον έρωτα τους χωρίς να τους νοιάζει τίποτα γιατί όλος ο κόσμος ήταν δικός τους. Μα αυτό το παραμύθι δεν έμελλε να έχει κάλο τέλος. Σπάνιο καθώς ήταν, ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα χάθηκαν μέσα στις ζωές τους και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ.
Η αγάπη τους όμως δεν θα ξεχαστεί γιατί ζούσε στην καρδιά εκείνου που δεν είχε μάθει ποτέ να αγαπά έως τώρα.
“Αντίο”ψιθύρισε.”Σε ευχαριστώ για όλες τις στιγμές, θα σε θυμάμαι για πάντα.”
Μαζεύτηκε σε εμβρυακή στάση και έκλαψε. Έκλαψε όλο το βράδυ για εκείνα που δεν θα έρχονταν ποτέ ξανά. Η ζωή όμως έτσι ήταν και το ήξερε. Η ευτυχία στην ζωή μας είναι στιγμές και είναι οι αναμνήσεις μας που τις κρατάνε ζωντανές. Έκλαψε γιατί ήξερε πως μια ιστορία έκλεισε και δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Έκλαψε για την ζωή που θα ζούσαν μαζί , έκλαψε και για τους δυο. Ένοιωσε ένα άγγιγμα ξαφνικά και γύρισε πλευρό. Ήταν εκείνη που ήταν ξαπλωμένη πλάι του και του χαμογελούσε.
“Είσαι ο έρωτας της ζωής μου,ο πατέρας των παιδιών μου που θα κάναμε ,ο πιστός και λατρεμένος μου σύζυγος. Αγαπώ τα πάντα σε εσένα,τα πάντα όσα ζήσαμε..”
Τον χάιδεψε τρυφερά στο πρόσωπο.
“Λατρεύω κάθε ανάμνηση,κάθε έντονη λέξη,κάθε ψίθυρο στοργής ανάμεσα μας.”
Έκλαιγαν και οι δυο.
“Θέλω να κάνεις κάτι για έμενα.”
Εκείνος έγνεψε καταφατικά καθώς θα έκανε ότι και να του ζητούσε. Παρόλο που ήξερε ότι αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν ένα όραμα, μια ψευδαίσθηση, ήθελε να πιστέψει. Ήθελε τόσο.
“Σήκω. Φύγε. Μην γυρίσεις εδώ,Μην κοιτάξεις πίσω. Δεν υπάρχει τίποτα για εσένα εδώ πια. Τίποτα.”
“Εσύ είσαι εδώ “ ευχήθηκε εκείνος.”Εσύ”.
Τον φίλησε τρυφερά, όπως ήταν το πρώτο τους φιλί ,απαλό, σιγανό μα τόσο σίγουρο. Άκουσε έναν θόρυβο και γύρισε. Οταν στράφηκε πάλι σε εκείνη, είχε εξαφανιστεί.
Για πάντα. Το ήξερε. Ήταν το αντίο του σε εκείνη. Ήταν ο μόνος τρόπος που του έμενε να πει αντίο.

Οταν σηκώθηκε ,έκλεισε πίσω του κάθε πόρτα που πέρασε και βγήκε έξω στον βραδινό αέρα. Τα αστέρια είχαν κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα και καθώς προχωρούσε η ησυχία τον τύλιγε καθώς ο ίδιος χανόταν στις σκιές. Έκανε κρύο και κούμπωσε το πανωφόρι του,σήκωσε τον γιακά του. Είχε βρει την δύναμη του ξανά όπως πάντα έκανε. Το τραύμα πονούσε ακόμα άλλα με τον καιρό θα γιατρευόταν. Έπρεπε να γιατρευτεί.

Advertisements