«Ολοι, απο καπου προερχομαστε.Απο καπου λεμε οτι ηρθαμε.Υπαρχει ενα μερος που νοιωθουμε οτι ανηκουμε και που αποκαλουμε ,σπιτι».

Η Αλεξανδρα παγωσε.Εμεινε και κοιτουσε την γυναικεια μορφη που την φωτιζε η δυση μεσω ενος και μονο παραθυρου πισω της.
«Ξερω οτι φοβασαι.Μα θα πρεπει να ακουσεις καλα αυτα που θελω να σου πω.Δεν εχουμε πολυ χρονο».Κοιταξε την πορτα πισω της.»Κλειδωσε την σε παρακαλω», ειπε.»Δεν εχουμε πολυ χρονο.»
Η κοπελλα ψελλησε «ειμαι πληγωμενη».
«Το ξερω.Το βλεπω.Σε παρακαλω κανε αυτο που σου ειπα».Χαμηλωσε το βλεμμα της στο τραυμα.»Δεν προκειται να πεθανεις απο αυτο.Αλλα αν δεν κανεις αυτα που θα σου πω, θα ευχεσαι να ειχες πεθανει».
Προσπαθοντας ακομα να καταλαβει αν ηταν ονειρο η πραγματικοτητα γυρισε και ασφαλισε τον παραλογα εξωφρενικο εξω κοσμο με τον ενα και μοναδικο συρτη που ειχε η χοντρη ξυλινη πορτα.Εδω μεσα τουλαχιστον ενοιωθε ασφαλεια.
Την αναγκη της για παρηγορια την καλυψε η κινηση της αγνωστης κοπελλας σηκωνοντας το χερι και τεινοντας το για να πιασει το δικο της.Την πλησιασε.Το χερι της ηταν ζεστο και ενοιωσε μια γαληνη να πλυμμηριζει το μυαλο της βοηθοντας της να κατανοησει καλυτερα την τρεχουσα πραγματικοτητα.Η Νημερια χαμογελασε, με ενα χαμογελο που περισσοτερο το καταλαβε η ψυχη της παρα το ειδε.Τα ματια της ειχαν καρφωθει στα δικα της
«Οτι και να κανεις,μην επιλεξεις καμμια απο τις κλωστες που θα σου δειξει.Καμμια».
«Κλωστες;Τι κλωστες;Ποναω, νομιζω πως θα λυποθυμησω».Τα ποδια της Αλεξανδρας ετρεμαν.»Σε παρακαλω βοηθησε με»
«Οταν ησουν μικρη θυμασαι τι σου ελεγε η μητερα σου;Οτι ολα τα αστερια του ουρανου κρεμονται απο την σκεπη του με μαυρες κλωστες;Εκατομμυρια μαυρες κλωστες για ολα τα αστερια του ουρανου;» Το προσωπο της σκοτεινιασε. «Θα σου ζητησει να επιλεξεις μονο αναμεσα σε τρεις».της αφησε το χερι και εκεινο επεσε ατονα στο πλευρο της.»Σε παρακαλω, μην επιλεξεις καμμια».

Το δωματιο ηταν σκοτεινο αλλα τα ματια της ειχαν συνηθισει στο σκοταδι.Πεντε μερες τωρα μονο αυτο εβλεπε,το αδυναμο φως του κεριου πανω στο μοναδικο τραπεζι που της αλλαζαν καθε μερα , δεν καταφερνε να διασπασει το σκοταδι.Οταν ανοιξε η πορτα και ειδε την τεραστια φιγουρα θαμπωθηκε απο τον εξωτερικο, δυνατοτερο φωτισμο.Μολις μπηκε αφησε την πορτα ανοικτη και την κοιταζε, δεν κουνηθηκε και δεν μιλησε αλλο.Περασαν τοσα λεπτα που σε εκεινη φανηκαν αιωνες.
«Ξερεις γιατι εισαι εδω;» ειπε εκεινος, πλησιαζοντας την αργα και προσεκτικα οπως ενας θηριοδαμαστης πλησιαζει ενα ατιθασο ζωο.Εκεινη δεν μιλησε παρα μονο ζυγιαζε τις πιθανοτητες της να το σκασει απο την ανοιχτη πορτα πισω του. Διαβαζοντας την σκεψη της γελασε.
«Μεγαλο ρισκο αυτο που σκεφτεσαι να παρεις και δεν ξερεις καν τι σε περιμενει εξω, αν αγρια θηρια περιμενουν να σε κατασπαραξουν,η αν χαθεις αναμεσα σε ατελειωτους πανομοιoτυπους διαδρομους περιμενοντας απλα το τελος σου».Χαμηλωσε το το κεφαλι ενω τα ματια του καρφωσαν τα δικα της «η αν ακομα βρεις εκει εξω αυτο που περιμενεις να βρεις».
«Τι θελεις;»Ρωτησε η Νημερια.
Λες και περιμενοντας την ερωτηση αυτη χαρουμενος που επιτελους ηρθε απαντησε.»Εισαι εδω επειδη εδωσα μια υποσχεση».
«Θελω να φυγω.Δεν με νοιαζουν οι υποσχεσεις σου». Βουρκωσε παλι.»Σε παρακαλω, μην μου κανεις κακο».
«Θα επρεπε να σε νοιαζουν.Αλλωστε σε λιγο θα κανεις μια δυσκολη επιλογη».

Γονατισε κατω και απωθεσε προσεκτικα τεσσερα αντικειμενα στο κρυο πατωμα.Ενα κιτρινισμενο πλατυ φυλλο, ενα κομματι χαρτι,ενα παλιο πιρουνι και ενα κομματι πετρα.Την πετρα, αφου την ακουμπησε κατω, την σηκωσε παλι προσεχοντας να εχει κερδισει την προσοχη της κοπελλας.
«Ολοι, απο καπου προερχομαστε.Απο καπου λεμε οτι ηρθαμε.Υπαρχει ενα μερος που νοιωθουμε οτι ανηκουμε και που αποκαλουμε ,σπιτι». Σηκωσε την πετρα στο υψος τον ματιων του χωρις να σταθει ορθιος και την εβαλε αναμεσα σε εκεινον και την Νημερια.
«Για αρχη, και για πολλα αλλα, εγω ανηκω εδω.»Χαμογελασε.»Οσο για τα υπολοιπα, εδω εχουμε ενα φθινοπωρο,τον γιο μου,και την κορη μου» ,ψυθιρισε δειχνοντας με την σειρα το φυλλο,το χαρτι και το πιρουνι.
«Και η ιστορια περιμενει να ειπωθει.»

Advertisements