Πανω στο οβαλ τραπεζι μια πετσετα,ενα μαχαιρι, ενα πιρουνι ,ενα πορσελανινο πιατο,ενα αδειο ποτηρι κρασι.
Ηταν ευκολο, αληθεια.
Το πιατο ακριβως μπροστα και λιγο πιο ψηλα απο το υψος των καρπων, μαχαιρι αριστερα, το ενοχλητικο πιρουνι στα δεξια η πετσετα πανω απο το πιατο και παντα μα παντα το αριστερο χερι στα γονατα ενω το δεξι να ακουμπαει λιγο στην ακρη του τραπεζιου.
«Τι ανοητοι κανονες» σκεφτηκε η αλεξανδρα.»Ηταν ανοητοι κανονες απο την στιγμη που το τραπεζι δεν ειχε καν την θεση του αρχηγου της οικογενειας!Ποιο οβαλ τραπεζι εχει κορυφη ανοητη δασκαλα;Πως θα ξεχωρισουν τα μελη της οικογενειας απο την στιγμη που δεν μπορεις να ξεχωρισεις τον επικεφαλη της;.Ποσο μαλλον να εχει λογικη η ταξη και οι τυποι πανω σε αυτο το τραπεζι«.

Αφηνοντας ενα αναστεναγμο παραιτησης στραφηκε στην ανοικτη μπαλκονοπορτα και στην γλυκεια ζεστη του απογευματος.Ο ηλιος ειχε παρει ηδη ενα κοκκινο φλογερο χρωμα και ηταν λες και οι λευκες κουρτινες του δωματιου να ειχαν παρει φωτια.Ενοιωσε την αναγκη να βγει εξω και προσεχοντας να μην τριξει η καρεκλα ,σηκωθηκε σιγα σιγα και πλησιασε το μπαλκονι.Υπηρχε ενα απαλο αερακι που αναδευε αργα τις κουρτινες δημιουργωντας ενα κλιμα ηρεμιας,γλυκιας καλοκαιρινης αναμνησης και, συνωφρυομενη διαπιστωσε,μιας αισθησης απωλειας.Βγηκε εξω και το απαλο ,λινο, απεριττο φορεμα της κολλησε στο σωμα της απο τον ζεστο αερα.

Ο οριζοντας ειχε αρχισει να φλεγοταν ενω η αυλη απο κατω της ηταν μια ζωγραφια ακινητης ομορφιας με τα λουλουδια τα δεντρα και τη μικρη λιμνη που δεσποζε κατω απο τις μεγαλες λευκες να ειναι ακινητα, ασαλευτα αλλα πανεμορφα.Το μπαλκονι,μολις πεντε μετρα απο το εδαφος ακουμπουσε σε μια αμυγδαλια και της περασε απο το μυαλο η ιδεα να το σκασει.Κοιταξε κατεργαρικα προς το δωματιο για να βεβαιωθει πως κανεις δεν την παρακολουθουσε και αρχισε να κατεβαινει το δεντρο.
Περνωντας απο την μεγαλη πετρινη πυλη βγηκε και περπατησε μεχρις οτου φτασει σε ενα χωραφι με ψηλα σπαρτα.

Ο ηχος του αερα θροιζε καθως περνουσε αναμεσα απο τα ξανθια σταχια και της δημιουργουσε ενα αισθημα απομονωσης που το εβρισκε ανακουφιστικο.Εχοντας χασει καθε ιχνος προσανατολισμου προχωρουσε κανοντας ακρη τα ζωντανα κομματια φυσης που απλωνονταν ολογυρα της και σταματησε.

Τοτε και μονο τοτε το ακουσε , ενα ψυθυρο σαν αναστεναγμος, σαν ενα καλεσμα για βοηθεια.Στραφηκε προς την πηγη του ηχου και προχωρησε αργα ,προσεκτικα εχοντας τις αισθησεις της σε οξυνση χωρις να ηξερε και η ιδια το γιατι.Και καθως προχωρουσε ειδε αναμεσα στα ολοζωντανα χρωματα του ηλιοβασιλεματος μια λαμψη και ενοιωσε κρυο και μετα ζεστο καθως το αιμα της αναβλυσε απο τα πλευρα της.Η λεπιδα που την χτυπησε εξαφανιστηκε το ιδιο αθυρυβα αναμεσα στα σταχια.Ζαλιστηκε και της ηρθε ενα ξαφνικο ανακατεμα το οποιο συγκρατησε τελευταια στιγμη.Δεν ηταν σε θεση να καταλαβει ποιος,η τι ηταν αυτος που την ηθελε νεκρη, αυτο που ηξερε με σιγουρια ομως ηταν πως επρεπε να κρυφτει να φυγει μακρια απο τον αορατο κινδυνο.Εκεινη την στιγμη ηταν το θηραμα και ο θηρευτης σιγουρα θα επιδιωκε να αποτελειωσει το εργο του.

Με οση δυναμη της ειχε απομεινει, και με το σωμα της γεματο αδρεναλινη, αρχισε να προχωραει πιεζοντας ταυτοχρονα δυνατα το σημειο που αιμορραγουσε.Τωρα ο καθε ηχος και η καθε κινηση ειχε γινει απειλητικη, μια υποσχεση για το χειροτερο που φοβοταν.Καθως οι αισθησεις της ηταν σε εγρηγορση, μπορουσε να μυρισει το φρεσκο χωμα και τον δυνατο αερα που μεχρι εκεινη την στιγμη δεν ειχε καν καταλαβει.Ακουσε ενα θορυβο στα αριστερα της και σηκωσε το χερι της μηχανικα για να προστατευτει και τοτε καταλαβε πως ηταν εκεινο που κρατουσε την ανοιχτη πληγη της καθως το ειδε βουτηγμενο στο αιμα.
Κανενα χτυπημα δεν ηρθε.

Επρεπε να γυρισει πισω το ηξερε το προβλημα ομως ηταν πως μεσα σε ενα πανομοιοτυπο τοπιο δεν μπορουσε να καταλαβει κατευθυνσεις.Ο ηλιος σκεφτηκε.θα καταλαβω τον νοτο απο τον ηλιο.Εκεινη την στιγμη ενα δευτερο χτυπημα ηρθε, με δυναμη στο πισω μερος του κεφαλιου της και την εριξε κατω με το προσωπο της να χτυπαει δυνατα σε μια πετρα.Προς στιγμη εχασε τις αισθησεις της αλλα πριν ακομα βρεθει ολο το σωμα της στο κρυο χωμα τις ξαναβρηκε.Ζαλισμενη δεν τολμησε να σηκωθει παρα μονο να βρεθει ανασκελα περιμενοντας το μοιραιο χτυπημα το οποιο δεν ηρθε.Προσπαθησε να συρθει μερικα μετρα και τα αφτια της γεμισαν παλι με εκεινο το αποκοσμο καλεσμα που ειχε ακουσει αιωνες πριν και βρεθηκε να κοιταζει ενα μικρο δωματιο, στην μεση του πουθενα στο κεντρο ενος μικρου ξεφωτου.Σηκωθηκε με κοπο ενω το φορεμα της ειχε μουσκεψει και λερωθει απο αιμα και χωμα.Πισω απο το δωματιο σε μια μικρη αυλη υπηρχαν τρεις παιδικες κουνιες και ενα αντρας ο οποιος ηταν πισω απο μια και την κουνουσε, περα δωθε λες και ηταν καποιο μικρο παιδι πανω της.Ομως ηταν αδεια.Οι σκιες τοσο του αντρα οσο και της κουνιας ψηλωναν και τραβιονταν καθως το τελευταιο φως του ηλιου χτυπουσε το ξεφωτο.Η αλεξανδρα πλησιασε θελοντας να ζητησει βοηθεια αλλα κατι την σταματησε.Ο ξενος γυρισε και την κοιταξε.Χαμογελασε.Προσεξε πως ειχε ενα τεραστιο σημαδια που ξεκινουσε απο το στομα μεχρι το δεξι του φρυδι.Χωρις να σκεφτει γιατι γυρισε αποτομα και επεστρεψε στην αρχη του ξεφωτου.ανοιξε την πορτα και μπηκε μεσα στο δωματιο.

Παγωσε.Απεναντι της πανω σε μια καρεκλα καθοταν μια γυναικια μορφη.
«Γεια σου, με λενε Νημερια.» Ειπε η γυναικα.»Πρεπει να παλεψεις για την ζωη σου…σε λιγο».

Advertisements