Ο χρονος ειναι ενα περιεργο χαρτι που ενω οι ακρες του ειναι ευθυγραμμες με το κεντρο του,ειναι τοσο μεγαλο που κομβικα καποια σημεια του κυρτωνουν ακριβως οσο χρειαζεται, ωστε να σχηματιστει ενας τελειος κυκλος οπου ολα τα γεγονοτα επαναλαμβανονται ξανα και ξανα.
«και ειναι τοσο ευθραστος που μπορει να γινει σταχτη πολυ ευκολα σαν ενα απλο,κομματι χαρτι» ειπε ο σημαδεμενος και προσθεσε
‘κατι που εχω κανει τοσες φορες στο παρελθον».
Προσπαθοντας να καταλαβει ποια νηματα εδεναν που, εκανε τα ματια του στενα,σχεδον σαν δυο σχισμες.Αυτη την φορα θα πετυχαινε, εκεινη η φορα θα ηταν η ευκαιρια που εψαχνε τοσο μα τοσο καιρο.Οι προηγουμενες δεν ειχαν αντεξει αρκετα, μα για την τελευταια ειχε ελπιδες οτι θα αντεχε.Το εβλεπε στα ματια της και στο πεισμα της που ειχε για ζωη.Θα μπορουσε να βαλει τους υπηρετες του να την βασανισουν, ετσι, για να ακουει τις κραυγες της το βραδυ οταν προσπαθουσε να παρει εμπνευση για να στησει σωστα το μεγαλο Αργαλειο Της Ζωης.Αλλα δεν ηθελε να την εξαντλησει.Ηθελε να εχει τις δυναμεις της ατοφιες για να αντεξει τις δοκιμασιες του μυαλου που σκοπευε να την υποβαλλει.

Το δωματιο του ηταν ασκεπαστο γιατι ηθελε, ειχε αναγκη να βλεπει τις κινησεις των ουρανιων σωματων καθε στιγμη ακομα και την μερα με την οραση που ειχε κληρονομησει απο τον πατερα του , μια ικανοτητα που ηταν ευχη και καταρα μαζι καθως δεν μπορουσε να την ελεγξει.Μερικες φορες ενω ηταν μερα τα παντα σκοτεινιαζαν γυρω του και εβλεπε ο,τι φως εστελνε ο ηλιος σε ολοκληρο το συμπαν μα οχι πανω στην γη.Ηταν σαν να ατενιζε ολοκληρη την υπερλαμπρη δημιουργια που του προσφερε το φως του ηλιου απο ενα σκοτεινο δωματιο και ηταν τοσο ενοχλητικο που δεν μπορουσε να δει τις ομορφιες του κοσμου ακομα και αν ηταν διπλα του ακριβως.

Ηταν απο τα πραγματα που δεν μπορουσε να τιθασευσει οσο και αν προσπαθησε.Και ηξερε οτι ο χρονος οσο και αν τον χρησιμοποιουσε προς οφελος του, ηταν ταυτοχρονα η εκθεση του σε αυτον που τον τρελλαινε, τον σκοτωνε και του προσφερε αυτα τα περιεργα,τρομακτικα, προφητικα οραματα.Ηταν ωρα για δραση και οχι για σκεψη και με το μυαλο του ακομα προβληματισμενο απο τον γριφο που επρεπε να λυσει κατεβηκε στα μπουντρουμια για να την δει.

Οι σκαλες εγιναν πετρινες και σκοτεινες καθως η υγρασια κερδιζε σιγα σιγα τον κρυο τοιχο που τον οδηγησε ακριβως κατω απο τα διαμερισματα του στα υπογεια δωματια και το φως της μερας δεν εγινε παρα μια ξεθωριασμενη αναμνηση που την αντικατεστησαν μεγαλοι πυρσοι που κρεμονταν απο τον τοιχο δεξια και αριστερα.Και οπως πλησιαζε ακουσε ενα αμυδρο στεναγμο που πολυ γρηγορα μετατραπηκε σε κλαμα καθως σταθηκε πισω απο την βαρια πορτα του κελιου της.Μυριζε τον φοβο της και ακουγε τους χτυπους της καρδιας της.Ανοιξε την πορτα και απεμεινε να κοιταζει μια λιγνη σκοτεινη φιγουρα στην απεναντι ακρη του δωματιου.Εκεινος, χαμογελασε.

Advertisements